ΣτΕ 2346/2000, Τμήμα Γ΄ [Ιδιώτες μεταφραστές - Υπουργείο Εξωτερικών]
Πρόεδρος: Γ. Δεληγιάννης, αντιπρόεδρος Εισηγητής: Χρ. Ράμμος, σύμβουλος
[ΤΕΥΧΟΣ 2/2001]
Επαγγελματική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1Σ). Δικαίωμα εργασίας (άρθρο 22 παρ. 1Σ). Ισότητα-κριτήριο επιλογής αντικειμενικό και πρόσφορο. Η αναδιοργάνωση δημόσιας υπηρεσίας (με την λειτουργική έννοια) δεν συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής και άσκησης του επαγγέλματος και δεν έχει έδαφος εφαρμογής το άρθρο 5 παρ. 1Σ και το άρθρο 22 παρ. 1Σ που αφορά τις εργασιακές σχέσεις έχει εφαρμογή στην αναδιάρθρωση δημόσιας υπηρεσίας. Η γραπτή δοκιμασία παλαιών και νέων μεταφραστών συνιστά πρόσφορο και αντικειμενικό κριτήριο επιλογής.
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες ιδιώτες μεταφραστές της μεταφραστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών ζητούν την ακύρωση: α) της υπ' αριθμ. Φ093/1/ΑΣ1855/30-4-1998 κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Εξωτερικών (ΦΕΚ 478/Β/19-5-1998) κατά το μέρος που καθορίστηκε με αυτήν η διαδικασία και οι λεπτομέρειες του γραπτού διαγωνισμού, στον οποίο θα πρέπει να υποβληθούν προκειμένου να συμπεριληφθούν στον πίνακα μεταφραστών της εν λόγω μεταφραστικής υπηρεσίας (άρθρ. 19 του ν. 2594/1998), η επιτυχία στον οποίο αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση της διατηρήσεως της συνεργασίας τους με την εν λόγω υπηρεσία, και β) των σε εκτέλεση της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως εκδοθεισών πράξεων προετοιμασίας και διεξαγωγής του εν λόγω διαγωνισμού, όπως είναι ο πίνακας των υποχρέων να υποβληθούν στον διαγωνισμό (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι αιτούντες).
4. Επειδή οι προσβαλλόμενες πράξεις προετοιμασίας και διεξαγωγής του εν λόγω διαγωνισμού, ως προπαρασκευαστικές πράξεις του τελικώς διεξαχθέντος διαγωνισμού στερούνται εκτελεστού χαρακτήρα και προσβάλλονται απαραδέκτως, τούτο δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι θα ήτο πλέον και αλυσιτελής η ακύρωσή τους. Επομένως, μόνη εκτελεστή και παραδεκτώς προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη είναι η προτασσόμενη στο δικόγραφο κανονιστική απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών.
5. Επειδή, στο άρθρο 19 του ν. 2594/1998 ορίζονται τα εξής: 1. Συνιστάται στο Υπουργείο Εξωτερικών Μεταφραστική Υπηρεσία, αποτελούμενη από γραφεία στην κεντρική και τις περιφερειακές υπηρεσίες και υπαγόμενη στη Γενική Διεύθυνση Διοίκησης. 2. Σκοπός της Μεταφραστικής Υπηρεσίας είναι η έγκυρη μετάφραση δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων και άλλων κειμένων, η επικύρωση αυτών, καθώς και των εγγράφων που εκδίδονται στην Ελλάδα από τις ξένες διπλωματικές και προξενικές αρχές, η επικύρωση των υπογραφών των Ελλήνων υπηκόων επί παντός κειμένου, πλην των πληρεξουσίων, εφόσον αυτοί υπογράφουν ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου των γραφείων της Μεταφραστικής Υπηρεσίας, καθώς και η παροχή πάσης φύσεως μεταφραστικών υπηρεσιών. 3. Τα Μεταφραστικά Γραφεία χρησιμοποιούν ιδιώτες ως μεταφραστές από πίνακα που καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών από τους επιτυχόντες σε ειδική γραπτή δοκιμασία ελέγχου της επάρκειας της δηλούμενης, εκ μέρους του υποψηφίου, ξένης γλώσσας. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών καθορίζεται επίσης κάθε θέμα που αφορά στον τρόπο διεξαγωγής της δοκιμασίας, την εξεταστέα ύλη, τον ορισμό της επιτροπής, καθώς και άλλη λεπτομέρεια. 4. ... 5. ... 6. ... 7. Με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών καθορίζονται ειδικότερα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας της Μεταφραστικής Υπηρεσίας. 9. Οι υπηρετούντες, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι του Μεταφραστικού Γραφείου της κεντρικής υπηρεσίας, μονιμοποιούνται σε αντίστοιχες θέσεις του κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής σε προσωποπαγείς θέσεις, ανάλογα με τα προσόντα τους και στον εισαγωγικό βαθμό των ως άνω κλάδων. Η ένταξή τους στους αντίστοιχους κλάδους πραγματοποιείται με διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εξωτερικών. Στη Μεταφραστική Υπηρεσία συνιστώνται είκοσι τρεις (23) θέσεις προς κάλυψη των αναγκών της. Οι θέσεις αυτές αφορούν συμβασιούχους, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, με δυνατότητα ανανέωσης, οι οποίοι προσλαμβάνονται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, με την οποία καθορίζονται και οι λοιπές λεπτομερειακές προσλήψεις τους. Οι υπηρετούντες μόνιμοι μεταφραστές της κεντρικής και εξωτερικής υπηρεσίας, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, παραμένουν, βαθμολογικώς και μισθολογικώς, ως έχουν. Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταφραστές στην κεντρική και περιφερειακές υπηρεσίες διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε και οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Οι λοιποί μεταφραστές που ήδη συνεργάζονται με τη Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, προκειμένου να ενταχθούν στον πίνακα της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, υποβάλλονται στην ειδική γραπτή δοκιμασία της ίδιας παραγράφου, εντός εξαμήνου από την έκδοση της σχετικής απόφασης του Υπουργού Εξωτερικών, εξαιρουμένων όσων έχουν ήδη υποστεί γραπτή δοκιμασία στο παρελθόν, αποδεικνυομένης από το σχετικό φάκελό τους". Με βάση την εξουσιοδότηση της προαναφερθείσης διατάξεως της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου εξεδόθη η ήδη προσβαλλομένη υπ' αριθμ. Φ093/1/ ΑΣ1855/30-4-1998 απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών (ΦΕΚ 478/Β/19-5-1998). Με την απόφαση αυτή προκηρύχθηκε κατ' αρχήν ο διαγωνισμός για την κατάρτιση του πίνακα ιδιωτιών μεταφραστών του Υπουργείου Εξωτερικών και μεταξύ άλλων ορίστηκε περαιτέρω η σύνθεση της τριμελούς εξεταστικής επιτροπής (άρθρ. 4 παρ. 1), ότι οι εξεταστές θα ορισθούν από τον υπάρχοντα ήδη πίνακα μεταφραστών εξ εκείνων οι οποίοι έχουν ήδη υποστεί ειδική γραπτή δοκιμασία κατά το παρελθόν (άρθρ. 4 παρ. 3 και 7 παρ. 2), ότι οι διαγωνιζόμενοι εξετάζονται γραπτώς στην μετάφραση τόσο από την ελληνική γλώσσα στην ξένη γλώσσα επιλογής τους, όσο και από την ξένη γλώσσα επιλογής τους στην ελληνική σε τρία κείμενα: α) σε κείμενο γενικού περιεχομένου, β) σε κείμενο ειδικής ορολογίας και γ) σε απόσπασμα πιστοποιητικού πάσης φύσεως, και τέλος ότι παύει οριστικά η συνεργασία του Υπουργείου Εξωτερικών με όσους εκ των ήδη υπηρετούντων ιδιωτών μεταφραστών, που δεν έχουν υποβληθεί σε ειδική γραπτή δοκιμασία στο παρελθόν και δεν προσέλθουν στον ήδη προκηρυχθέντα διαγωνισμό.
6. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η επιβαλλόμενη τόσο από το ως άνω νομοθετικό κείμενο (άρθρ. 19 του ν. 2594/1998) όσο και από την προσβαλλόμενη κανονιστική υπουργική απόφαση υποχρέωση των αιτούντων να συμμετάσχουν με επιτυχία σε ειδικές εξετάσεις, στις οποίες θα εξετασθούν στις μεταφραστικές τους γνώσεις και δεξιότητες, προκειμένου να μπορέσουν να συνεχίσουν στο μέλλον την συνεργασία τους με την μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, αντίκειται στην κατοχυρούμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ελεύθερης επιλογής και ασκήσεως επαγγέλματος και στο άρθρο 22 παρ. 1 που ορίζει ότι η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το κράτος. Προβάλλεται ειδικότερα ότι η ρύθμιση αυτή εξαναγκάζει τους αιτούντες να εξετασθούν για να αποδείξουν τις μεταφραστικές τους ικανότητες, παρά το γεγονός ότι επί σειράν ετών έχουν ευδόκιμα δοκιμασθεί στην πράξη οι μεταφραστικές τους ικανότητες, υποχρεώνοντάς τους μάλιστα στα πλαίσια του διαγωνισμού αυτού να εξετασθούν, με τρόπο απρόσφορο, κατά τη γνώμη τους, από επιστημονικής απόψεως, σε αμφίδρομη μετάφραση από τα ελληνικά προς την ξένη γλώσσα επιλογής τους και από την ξένη γλώσσα προς τα ελληνικά καθώς και σε κείμενο γενικής ορολογίας, ενώ οι περισσότεροι απ' αυτούς είναι εξοικειωμένοι σε μετάφραση προς μία μόνο κατεύθυνση και σε κείμενα ειδικής ορολογίας μόνο, με περαιτέρω συνέπεια να είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι θα αποτύχουν και θα διαγραφούν από τον κατάλογο των συνεργατών της μεταφραστικής υπηρεσίας, και ότι τούτο γίνεται χωρίς προφανή λόγο δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι η αναδιάρθρωση των μεταφραστικών υπηρεσιών, που επιχειρείται με το άρθρο 19 του ν. 2594/1998 δεν είναι κατά την άποψή τους ούτε χρήσιμη ούτε σκόπιμη, ούτε επιτυχής. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι εν όψει των ανωτέρω παραβιάζεται και η αρχή της αναλογικότητας. Όπως όμως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του προαναφερθέντος άρθρου όσο και από την εισηγητική του έκθεση, με την επίμαχη ρύθμιση επιχειρείται η αναδιάρθρωση και αναβάθμιση των προσφερομένων υπηρεσιών της μεταφραστικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, μέσα δε στα πλαίσια αυτά προβλέπεται ότι εφεξής όλοι οι μεταφραστές θα επιλέγονται από πίνακα, στον οποίο θα εγγράφονται μόνο όσοι έχουν προηγουμένως συμμετάσχει επιτυχώς σε σχετικό διαγωνισμό. Με τα δεδομένα αυτά η πληττόμενη ρύθμιση υπαγορεύεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλουν την αναδιάρθρωση της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας και δεν συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα των αιτούντων να επιλέγουν ελευθέρως το επάγγελμά τους. Έτσι δεν έχει έδαφος εφαρμογής το άρθρο 5 του Συντάγματος, εφόσον η μόνη συνέπεια της αναδιαρθρώσεως αυτής είναι, σε ό,τι τους αφορά, η υποχρέωσή τους να συμμετάσχουν στον γενικώς ισχύοντα και αναμφισβήτητα αξιοκρατικό κανόνα της γραπτής δοκιμασίας προκειμένου να διαπιστωθεί αν διαθέτουν τις αναβαθμισμένες μεταφραστικές ικανότητες που ο νομοθέτης απαιτεί να έχουν στο μέλλον οι μεταφραστές του Υπουργείου Εξωτερικών προκειμένου να εγγραφούν στον σχετικό πίνακα. Εξάλλου, ανεξάρτητα από το αν έχει έδαφος εφαρμογής η αρχή της αναλογικότητας σε περιπτώσεις, όπου, όπως στην κρινόμενη, θεσπίζεται νομοθετική ρύθμιση αναγόμενη σε οργάνωση δημοσίας υπηρεσίας, πάντως στην προκειμένη περίπτωση εν όψει αφενός μεν του επιδιωκομένου με την πληττόμενη ρύθμιση σκοπού δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου της φύσης και της έκτασης των συνεπειών της επίμαχης ρύθμισης σε ό,τι αφορά την υπηρεσιακή συνεργασία των αιτούντων με την μεταφραστική υπηρεσία, είναι αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη αναλογίας μεταξύ επιδιωκομένου σκοπού και χρησιμοποιουμένων μέσων και, επομένως για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Περαιτέρω, ούτε στο άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος προσκρούουν οι προσβαλλόμενες ρυθμίσεις διότι ανεξάρτητα από το ότι, έχει κριθεί, το τελευταίο αυτό άρθρο δεν κατοχυρώνει τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις ή το είδος και την διάρκεια της απασχολήσεως των εργαζομένων (ΣτΕ 1914/1997, 2850/1986 κ.α.) πάντως δεν εμποδίζει τη θέσπιση οργανωτικών μέτρων όπως το επίμαχο. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως ενώ η περαιτέρω αμφισβήτηση της σκοπιμότητας, της αποτελεσματικότητας και του "επιτυχούς" ή μη των προσβαλλομένων ρυθμίσεων εκφεύγει του ελέγχου του ακυρωτικού δικαστή διότι προσκρούει στην ανέλεγκτη στην ακυρωτική διαδικασία ελευθερία του νομοθέτη (κοινού ή κανονιστικού) ως προς το σκοπιμότερο τρόπο οργάνωσης της δημόσιας υπηρεσίας. Τέλος, ο λόγος ότι οι ίδιες πάντοτε ρυθμίσεις προσκρούουν στο άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος που ορίζει ότι το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων είναι απορριπτέος προεχόντως ως αορίστως προβαλλόμενος.
7. Επειδή, προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως ακτίκειται στην αρχή της ισότητας, κατά το μέρος που με αυτήν ορίζεται, ότι ως εξεταστές στην γραπτή δοκιμασία, στην οποία θα υποβληθούν οι αιτούντες, μπορούν να επιλεγούν εκείνοι εκ των μεταφραστών του παλαιού καθεστώτος (του ν. 419/1976) οι οποίοι είχαν υποστεί εξετάσεις, σε ό,τι αφορά τις μεταφραστικές τους ικανότητες κατά το παρελθόν, με αποτέλεσμα οι αιτούντες να εξετασθούν ενδεχομένως και από μεταφραστές που άρχισαν τη συνεργασία τους με το Υπουργείο Εξωτερικών μετά απ' αυτούς. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος και τούτο διότι, πέραν του γεγονότος ότι οι αιτούντες δεν συνεδέοντο με υπαλληλική σχέση με το Υπουργείο Εξωτερικών, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί προσκτήσεως εκ μέρους τους αρχαιότητας στην υπηρεσία και σύγκρισής τους με τους μεταφραστές που άρχισαν μεταγενεστέρως σε σχέση με αυτούς το μεταφραστικό τους έργο, πάντως η επίμαχη διάταξη θεσπίζει ρύθμιση γενική και απρόσωπη, καθιερώνει δε ως κριτήριο για την επιλογή των εξεταστών το αντικειμενικό και πρόσφορο προς τούτο κριτήριο να έχει δοκιμασθεί η μεταφραστική τους ικανότητα μέσα από συμμετοχή τους σε γραπτή δοκιμασία κατά το παρελθόν.
8. Επειδή, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι κατά πλάνη περί τα πράγματα η Διοίκηση εθεώρησε ότι οι αιτούντες δεν έχουν υποστεί γραπτή δοκιμασία κατά το παρελθόν με συνέπεια η υποβολή τους στο νέο διαγωνισμό να μην είναι σύννομη, διότι οι αιτούντες είχαν εξετασθεί εγγράφως κατά το παρελθόν, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος.
9. Επειδή, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση ευρίσκει έρεισμα στην εκτεθείσα σε προηγούμενη σκέψη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 19 του ν. 2594/1998, με την οποία παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εξωτερικών να καθορίσει τα θέματα, που αφορούν στον τρόπο διεξαγωγής της δοκιμασίας, στην εξεταστέα ύλη, στον ορισμό της επιτροπής και σε κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια, τα δε θέματα αυτά συνδέονται αρρήκτως με την ειδική γραπτή δοκιμασία την αποσκοπούσα στην διάγνωση της επαρκείας των μεταφραστικών ικανοτήτων των υποψηφίων μεταφραστών. Θεμιτώς, επομένως, κατ' άρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος η εξουσιοδότηση για την ρύθμιση των θεμάτων αυτών παρέχεται στον αρμόδιο Υπουργό και όχι στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, διότι το θέμα αυτό που αφορά τον τρόπο διεξαγωγής της δοκιμασίας αποτελεί εξειδίκευση της ουσιαστικής ρυθμίσεως της περιεχόμενης στο νόμο, που είναι η επιλογή των μεταφραστών μέσω γραπτής δοκιμασίας, και, συνεπώς, αποτελεί ειδικότερο θέμα κατά την προεκτεθείσα συνταγματική διάταξη (πρβλ. ΣτΕ 15/1986). Εξ άλλου η εν λόγω νομοθετική εξουσιοδότηση είναι περαιτέρω και ειδική και ορισμένη κατά την έννοια της αυτής πάντοτε συνταγματικής διατάξεως, δεδομένου προσδιορίζεται καθ' ύλην το αντικείμενό της, εφόσον γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα προς ρύθμιση θέματα, που είναι ο τρόπος διεξαγωγής της γραπτής δοκιμασίας των υποψηφίων προς εγγραφήν στον πίνακα μεταφραστών, η εξεταστέα ύλη, ο ορισμός της επιτροπής και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια (πρβλ. ΣτΕ 1466/1995). Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως.
ΚΟΡΥΦΗ ΣΕΛΙΔΑΣ - ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
|